home

Κατράκης Φώτης

E-mail Εκτύπωση
Ερ

Ερ.    Δεν μου λες, μες στο χωριό, ας πούμε ότι κάνατε ένα γλέντι εσύ και ο φίλος σου ο Γιάννης και ο Γιώργης αποφασίζετε να κάνετε ένα γλέντι στο σπίτι σου, αλλά θέλετε να ’χετε και κοπελιές απ’ το χωριό, πώς ερχόντουσαν οι κοπελιές στο γλέντι;

Απ.    Μόλις ερχόνταν τα όργανα ερχόταν όλες.

Ερ.    Μόνες τους;

Απ.    Γιατί ξέρεις πάντα είναι τα σπίτια στριμωγμένα κοντά-κοντά το ’να με τ’ άλλο και μόλις ακούγανε τα όργανα ερχότανε όλες οι κοπελιές. Και ήτανε και τότε τα χωριά, ήτανε κόσμος. Τώρα έχουνε ρημάξει τα χωριά, δεν υπάρχει άνθρωπος. Εμάς το χωριό μας ήτανε δεκατρία σπίτια όλο το χωριό κι ήμαστε ογδόντα δύο ψυχές και τώρα δεν υπάρχει άνθρωπος, έχει διαλύσει το χωριό τελείως.

Ερ.    Πώς ερχόντουσαν οι κοπελιές, μόνες τους;

Απ.    Μόνες τους.

Ερ.    Ή πηγαίνατε και τις παίρνατε;

Απ.    Όχι, ερχότανε μόνες τους, με τα αδέρφια τωνε, με τον πατέρα τωνε, με τη μάνα τωνε.

Ερ.    Αυτό λέω, έπρεπε οπωσδήποτε να συνοδεύεται μια κοπέλα με κάποιον;

Απ.    Μα ερχότανε κι όλο το σπίτι, θα ’ρχόταν όλοι απ’ το σπίτι για να γλεντήσουν. Γιατί τότε είχαμε τη μουσική μόνο τα όργανα, δεν είχαμε ούτε ραδιόφωνα δεν υπήρχαν τότε, ούτε μαγνητόφωνα, ούτε τηλεοράσεις, εγλέντιζε ο κόσμος με τα όργανα.

Ερ.    Και δεν μου λες, εκεί μέσα στο γλέντι τώρα, εάν σηκωνόσουνα εσύ και ήθελες να χορέψεις τη Μαρία, έπρεπε να ζητήσεις άδεια απ’ τον πατέρα της, τον αδελφό της;

Απ.    Εμείς τότε παίζαμε αναμεταξύ μας, ούτε πλερωνόμαστε, παίζαμε έτσι, δεν παίρναμε λεφτά.

Ερ.    Όχι δεν λέω για παίξιμο, ας πούμε πως ήσουνα ένας απ’ αυτούς που γλεντούσανε κι ήθελες να χορέψεις, έπρεπε να ζητήσεις την άδεια;

Απ.    Όχι έμπαινε ο καθένας, χόρευε.

Ερ.    Πήγαινες κατευθείαν στη Μαρία και της έλεγες «έλα να χορέψουμε»;

Απ.    Αφού ήτανε στενός ο κύκλος, δικός μας, χωριανοί, ξαδέρφια, αδέρφια, δεν παρεξηγούσανε τότε.

Ερ.    Το έθιμο ποιο ήτανε;

Απ.    Όποιος ήθελε χόρευε, σηκωνόταν όποιος ήθελε, έπαιρνε παρέα και χόρευε, διότι πάντα ήμαστε λίγα άτομα, δεν είμαστε πολλά, ήτανε δέκα, δεκαπέντε, είκοσι άτομα.

Ερ.    Εάν ήταν μια κοπελιά που δεν ήταν συγγενής, αδερφή ή ξαδέρφη που είχες το άμεσο θάρρος, αλλά ήταν και μια κοπέλα που μπορεί να την είχες στο μάτι να την αρραβωνιαστείς, έπρεπε να ζητήσεις απ’ τον πατέρα άδεια ή τη μάνα αν ήτανε εκεί, να την χορέψεις;

Απ.    Ναι, ζητούσα.

Ερ.    Παρεξηγούσαν αν δεν το ’κανες αυτό;

Απ.    Ναι, ζητούσανε άδεια. Ύστερα ευρωπαϊκά ειδικά, χορεύαμε τότε βαλς, ταγκό, θα έπρεπε να ζητήσει άδεια από σένα ή απ’ τη μάνα. Άκου, δεν σηκωνότανε ούτε η κοπέλα να χορέψει, έπρεπε να ρωτήσει ή τη μάνα της, ή τον πατέρα της, ή τον αδερφό της.

Ερ.    Υπήρχε κέρασμα σ’ αυτές τις περιπτώσεις;

Απ.    Δημιουργούσαμε εμείς τα κεράσματα τότε, ρεφενέ κάναμε που λέμε. Μαζευόταν απ’ το σπίτι απ’ τη γειτονιά κι έφερνε καθένας μεζέ δικό του, κρασί δικό του και δημιουργούσαμε γλέντι. Και καλό γλέντι.

 


  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων
  • Μια συλλογή εικόνων