home

ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΡΗΤΗ : ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΤΛΑΝΤΑΣ ΚΡΗΤΗΣ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
Δείτε τη θέση στο Ψηφιακό Χάρτη
Πληροφορίες Θέσης

ΓΕΝΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ:

Ηράκλειο (Χάνδακας)

ΤΟΠΩΝΥΜΙΟ:

ΠΟΡΟΣ (ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ)

ΕΓΓΥΤΕΡΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ :

Ηράκλειο

ΝΟΜΟΣ:

Ν.ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΔΗΜΟΣ :

ΔΗΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΕΠΑΡΧΙΑ :

Τεμένους
Κατάσταση - Προστασία Θέσης

ΚΗΡΥΓΜΕΝΗ ΘΕΣΗ :

-

ΖΩΝΗ Α :

-

ΖΩΝΗ Β :

-

ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ :

-

ΠΕΡΙΦΡΑΞΗ ΘΕΣΗΣ :

-
Χρονική Φάση Χρήσης
ΧρονολόγησηΚύριο ΤοπωνύμιοΔευτερεύουσες Ονομασίες Τεκμηρίωση ΧρονολόγησηςΚατηγορίαΤεκμηρίωση Κατηγορίας
1. ΠΜ Ι Βέβαιη
Εγκατάσταση/Χωριό
2. ΠΜ ΙΙ Βέβαιη
Εγκατάσταση/Χωριό
3. ΜΜ ΙΑ Βέβαιη
Αποθέτης
4. ΜΜ ΙΙΙΑ Βέβαιη
Συστάδα τάφων
5. ΜΜ ΙΙΙΒ
Εγκατάσταση/Χωριό
Συστάδα τάφων
6. ΜΜ ΙΙΙΒ Βέβαιη
Εγκατάσταση/Χωριό
Συστάδα τάφων
7. ΥΜ ΙΑ
Εγκατάσταση/Χωριό
Συστάδα τάφων
8. ΥΜ ΙΑ Βέβαιη
Εγκατάσταση/Χωριό
Συστάδα τάφων
9. ΥΜ ΙB Βέβαιη
Συστάδα τάφων
Μεμονωμένο Κτίσμα
10. ΥΜ ΙΙ Βέβαιη
Οικία/ίες
11. ΥΜ ΙΙΙΑ Βέβαιη
Οικία/ίες
12. ΥΜ ΙΙΙΒ Βέβαιη
Οικία/ίες
13. Ενετική Βέβαιη
Δεξαμενή
Ανασκαφική Έρευνα
Είδος ΑνασκαφήςΑνασκαφέας/είςΠερίοδος Ανασκαφής
1. συστηματική ΜΠΑΝΟΥ Ε. 1996 - 1996
2. σωστική MUHLY P. 1992 - 1992
3. σωστική ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Ν. 1987 - 1987
4. σωστική ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Ν. 1988 - 1988
5. σωστική ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Ν. 1993 - 1993
6. σωστική ΚΑΝΤΑ Α. 1972 - 1972
7. σωστική ΛΕΜΠΕΣΗ ΑΓΓ. 1967 - 1967
8. σωστική ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ Ι. Α. 1964 - 1964
Έρευνα Αρχαιοπεριβάλλοντος
Ερευνητής/έςΦορέας ΊδρυμαΈναρξη ΈρευναςΟλοκλήρωση ΈρευναςΑρχαιοπεριβαντολογικές Μελέτες
1. ΛΕΜΠΕΣΗ Α.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΠΟΡΩΝ
2. NOBIS G.
ΖΩΟΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
ΟΣΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ
Σχετιζόμενη Βιβλιογραφία Έρευνας Αρχαιοπεριβάλλοντος
1. ΛΕΜΠΕΣΗ Α., "Ανασκαφή σπηλαιώδους τάφου εις Πόρον Ηρακλείου", ΠΑΕ, 1967 (1967), 195-209
2. NOBIS G., "Zur Antiken wild-und Haustierfauna Kretas-nach Studien an Tierresten aus Archäologischen Grabungen Poros bei Iraklion und Eleutherna bei Arkadi", Tier und Museum, 3 (4) (1993), 109-120

Γενικά σχόλια Αρχαιολογικού Χώρου
Η πόλη του Ηρακλείου θεμελιώθηκε από τους Άραβες με το όνομα Χάντακ = Χάνδαξ. Από τότε και στο εξής ονομαζόταν Candia από τους Ενετούς και τους Τούρκους, από δε τους ντόπιους Μεγάλο Κάστρο ή κατεξοχήν Κάστρο.
Αρχαιολογικά λείψανα της μινωικής, γεωμετρικής και ελληνιστικής περιόδου έχουν αποκαλυφθεί σε αρκετά σημεία της πόλης μετά από ανασκαφικές έρευνες και εκσκαφές που έγιναν για τον έλεγχο των θεμελίων νεοαναγειρόμενων οικοδομών υπό την επίβλεψη της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. (π.χ. συμβολή των οδών Ηροδότου και Αρτεμισίας, στη λεωφόρο Αλεξάνδρου- οδός Θεοφάνους, στην οδό Έβανς, στη συμβολή των οδών Δαμασκηνού και ΕΟΚ κτλ ) Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η πόλη άρχισε να κατοικείται ήδη από τους πρώιμους μινωικούς χρόνους.
Κατά την ρωμαϊκή περίοδο λειτουργούσε ως επίνειο της Κνωσού. Αξιόλογα ευρήματα της εποχής αυτής προέρχονται από ταφικά μνημεία και οικοδομικά λείψανα ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ψηφιδωτά δάπεδα που αποκαλύφθηκαν στην περιοχή του Αρχαιολογικού Μουσείου (Οδός Μεραμβέλου).

Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο (330 μ.Χ. έως το 824 μ.Χ.), οπότε η Κρήτη αποτελεί «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας με διοικητικό, στρατιωτικό και θρησκευτικό κέντρο τη Γόρτυνα, ο οικισμός, ο οποίος διέθετε πλέον τείχη, συναντάται με το όνομα Κάστρο.

Την μεγάλη ανάπτυξη η πόλη την πήρε κατά την περίοδο της αραβοκρατίας, όπου και βρίσκονταν το κέντρο των Αράβων της Κρήτης. Η σημασία της πόλης φαίνεται από τα ισχυρά οχυρωματικά έργα που την περιέβαλαν και τα οποία ο Νικηφόρος Φωκάς κατέβαλε πολύ μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβει. Ίχνη της περιόδου αυτής βρέθηκαν σε ανασκαφές στον ενετικό ναό του Αγίου Παύλου όπου αποκαλύφθηκαν ίχνη οικιών και λουτρών της εποχής, καθώς και κεραμική και νομίσματα.

Κατά την δεύτερη βυζαντινή περίοδο η πόλη παρέμεινε πρωτεύουσα του νησιού παρά την προσπάθεια του Φωκά να τη μεταφέρει στο Τέμενος, εξαιτίας του αραβικού παρελθόντος της πόλης. Πάντως η σημασία του Χάνδακα, όπως ονομάστηκε από τους Άραβες (Rabdh – el – Chandaq), φαίνεται και από την μεταφορά της έδρας της επισκοπής Κνωσού όπως φαίνεται από Πατμιακά έγγραφα του 1118. Εκεί αναφέρεται «Παύλος ο ταπεινός επίσκοπος Κνωσού ήτοι του Χάνδακος». Φαίνεται όμως ότι ο επίσκοπος δεν είχε την έδρα του μέσα στην πόλη του Χάνδακα κατά την β΄ βυζαντινή περίοδο αλλά στους «βούργους», δηλαδή λίγο έξω από τη πόλη. Οι σημαντικότερες ωστόσο πληροφορίες για τον βυζαντινό Χάνδακα προέρχονται από την εποχή της ενετοκρατίας, οπότε και η πόλη ήκαμσε, ως έδρα του δούκα της Κρήτης. Από την εποχή εκείνη προέρχονται και οι περισσότερες πληροφορίες για την πόλη, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες της, ενώ τα πρώτα ενετικά τείχη πρέπει να διαδέχτηκαν τα βυζαντινά, που με τη σειρά τους είχαν κτιστεί πάνω στα αραβικά οχυρωματικά έργα. Δυστυχώς τα περισσότερα αρχαιολογικά τεκμήρια για την πόλη του Χάνδακα – Ηρακλείου, χάνονται λόγω της οικοδομικής έξαρσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια.

Περιγραφή Θέσης
Η θέση βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Καίρατου. Στο πλαίσιο εργασιών οι οποίες έγιναν σε διαφορετικά σημεία του Πόρου αποκαλύφθηκαν σημαντικά υλικά και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.

Ειδικότερα, το 1965, στην οδό Νισύρου 10, ιδιοκτησία του Κ. Σφακιανάκη, αποκαλύφθηκε τμήμα τοίχου (Α-Δ), καθώς και μια λίθινη βάση κίονα. Στο ίδιο σημείο, εντοπίστηκαν πολλά όστρακα ΥΜ Ι περιόδου, τεμάχια κεραμεικού τροχού και ένα κωνικό σφονδύλι από στεατίτη. Στο βόρειο τμήμα της οδού Νισύρου, στην κορυφή του λόφου της Τρυπητής αποκαλύφθηκε αποθέτης (2μ. Χ 1.30μ. Χ 0.60μ.) με άφθονα όστρακα της Παλαιοανακτορικής έως και της Νεοανακτορικής περιόδου (ειδικότερα ΜΜ ΙΑ, ΜΜ Ι-ΜΜ ΙΙΑ, ΜΜ ΙΙΙ/ΙΙΙΒ - ΥΜ ΙΑ). Σε απόσταση περίπου 20μ. νότια του αποθέτη βρέθηκε ένα ακέραιο χάλκινο τάλαντο. Ο χώρος με τον οποίο σχετίζεται το τάλαντο είναι εργαστηριακός, υπόθεση που δικαιολογείται από την ύπαρξη αρκετών ευμεγέθων τμημάτων από χοάνες τήξης χαλκού, χάλκινων στελεχών και θραυσμάτων και αποχυτευμάτων χαλκού.

Το 1967, στη γωνία των οδών Ικάρου και Τρίτωνος, ανασκάφηκε σπηλαιώδης τάφος που περιελάμβανε προθάλαμο, θάλαμο και δρόμο. Ο προθάλαμος ήταν ορθογώνιος και είχε οροφή χαμηλότερη από αυτή του θαλάμου. Ο θάλαμος είχε ακανόνιστο πεταλοειδές σχήμα και οροφή στηριζόμενη από τρεις πεσσούς. Η σύλησή του προκάλεσε διαταραχή των ανθρώπινων λειψάνων, οπότε δεν ήταν δυνατή η διάκριση των ταφών. Εντοπίστηκαν ίχνη ξύλινων νεκρικών φορείων. Λίγο νοτιότερα του τάφου αυτού, εντοπίστηκε και δεύτερος σπηλαιώδης τάφος της ίδιας περιόδου.

Το 1972, στο σημείο που προβλεπόταν η επέκταση των λιμενικών εγκαταστάσεων εντοπίστηκαν υλικά κατάλοιπα της ΥΜ ΙΙΙΒ περιόδου, ενώ το 1973 βρέθηκε μια μεγάλη υπόγεια δεξαμενή της εποχής της Ενετοκρατίας. Στο εσωτερικό της υπήρχε μεγάλος αριθμός ανθρώπινων οστών (αλλά κανένα κρανίο), καθώς και κάποια όστρακα της Οθωμανικής περιόδου. Το 1987, στην ίδια περιοχή, ερευνήθηκε και τρίτος σπηλαιώδης τάφος, με έκταση περίπου 70τ.μ., ασύμμετρο και επίμηκες περίγραμμα, επικλινή δρόμο, προθάλαμο χωρισμένο σε δύο τμήματα μέσω χαμηλού τοιχίου, με δύο θαλάμους και μεγάλο λάκκο-αποθέτη, όπου συγκεντρώνονταν τα υπολείμματα των προγενέστερων ταφών.

Το 1993, στην οδό Οδυσσέως, ερευνήθηκε υπόγειος λαξευτός σπηλαιώδης τάφος με δίλοβο. ακανόνιστο θάλαμο ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ Ι περιόδου. Ο τάφος, ο οποίος είχε συληθεί, έσωζε υποτυπώδη προθάλαμο και δρόμο, τμηματικά διατηρημένο. Στην επίχωση του θαλάμου και προθαλάμου υπήρχαν ανάκατα ανθρώπινα οστά, τμήματα κρανίων και ζώων. Στις παρυφές του δαπέδου βρέθηκαν 20 άωτα κύπελλα, τμήμα λίθινου αγγείου, τμήμα ρυτού από βασάλτη, τμήμα αγνύθας, πήλινο δισκίο, τμήματα χοανών χύτευσης χαλκού και τμήμα χάλκινης περόνης. Με απόφαση της Εφορείας ο τάφος κρίθηκε διατηρητέος.

Στην οδό Μετεώρων (ιδιοκτ. Ψυχογιουδάκη), την ίδια χρονιά, εντοπίστηκαν υλικά και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα οκτώ διαφορετικών χρονολογικών φάσεων: Προανακτορικής. Παλαιοανακτορικής. Νεοανακτορικής. και Μετανακτορικής εποχής.
1. Στην Προανακτορική Περίοδο ανήκουν φτωχά οικοδομικά λείψανα και άφθονη κεραμεική (ΠΜ Ι και κυρίως ΠΜ ΙΙΑ-Β). Εντατική κατεργασία οψιανού επιβεβαιώνεται σε καθ' όλη τη διάρκεια της Προανακτορικής περιόδου (ΠΜΙ-ΙΙΒ έως ΜΜ Ι). Πρόκειται ίσως για οργανωμένο «βιομηχανικό» εμπορικό κέντρο κατεργασίας και διακίνησης οψιανού.
2. Στην Παλαιοανακτορική περίοδο (ΜΜ ΙΑ-ΜΜ ΙΙΑ-Β) ανήκουν τμήματα οικημάτων κοσμημένων με κονιάματα. άριστης ποιότητας κεραμεική, σφραγίδες από στεατίτη και ένα εισηγμένο αιγυπτιακό σκαραβαίο (ΜΜ ΙΑ), γεγονός που επιβεβαιώνει το θρησκευτικό - τελετουργικό χαρακτήρα του κτηρίου.
3. Στην Πρώιμη (ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ ΙΑ) και Ώριμη (ΥΜ ΙΑ) Νεοανακτορική περίοδο ανήκουν καλοχτισμένα οικήματα με λαξευτά θυρώματα, δάπεδα (ΥΜ ΙΑ), τοιχογραφίες με διακοσμητικά θέματα. Διαπιστώθηκε εντατική εργαστηριακή δραστηριότητα κατασκευής λίθινων σκευών, οστέινων αντικειμένων, σφραγίδων και κοσμημάτων. Καταστράφηκε μάλλον από σεισμό. Κατά την ίδια περίοδο διαπιστώθηκε εντατική δραστηριότητα κατεργασίας και χύτευσης μετάλλων. Επιπλέον εντοπίστηκαν κατάλοιπα κτηρίων ΥΜ ΙΙΙΑ1-2 και ΥΜ ΙΙΙΑ2-Β περιόδου.

Στην ιδιοκτησία Στ. Σκατζουράκη αποκαλύφθηκε πυκνό πλέγμα οικοδομικών λειψάνων (ΠΜ ΙΙ-ΜΜ ΙΑ, ΜΜ ΙΒ-ΙΙΑ, ΜΜΙΙΒ-ΙΙΙΑ, ΥΜ ΙΙ-ΙΙΙΑ1-2 και ΥΜ ΙΙΙ Α2-Β). Πρόκειται ίσως για αποθήκη προϊόντων για την εξυπηρέτηση οργανωμένου διαμετακομιστικού εμπορίου και όχι απλών ιδιωτικών αναγκών. Τέλος βρέθηκε εργαστήριο κατεργασίας χαλκού της ΜΜ ΙΙΒ-ΙΙΙΑ περιόδου.

Στην οδό Βέντρις, στην ιδιοκτησία Α. Χαρωνιτάκη, εντοπίστηκε κτήριο με δύο δωμάτια της Νεοανακτορικής περιόδου (ΥΜΙΑ. ΙΒ-ΙΙ), το οποίο στο δεύτερο όροφο πρέπει να διατηρούσε εργαστήριο μικροτεχνίας και κατεργασίας μετάλλου. Το μεγαλύτερο από τα δύο δωμάτια χρησιμοποιήθηκε και κατά την ΥΜ ΙΙΙΑ-Β περίοδο.

Στην οδό Δημοσθένους, στην ιδιοκτησία Μ. Λαδοπούλου εντοπίστηκε τμήμα τοίχου ΥΜ Ι περιόδου και λάκκος απορριμμάτων ΜΜ Ι-ΥΜ ΙΙΙΑ, ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜΙΑ περιόδων.

Στην ιδιοκτησία Α. Σανουδάκη εντοπίστηκε πυκνό οικοδομικό πλέγμα καλής κατασκευής και διατήρησης, ΠΜ Ι, ΠΜ ΙΙΑ-ΜΜ ΙΙΒ, ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ ΙΑ/Β, ΥΜ ΙΙ-ΙΙΙΑ-Β. Εντατική δραστηριότητα κατεργασίας οψιανού διαπιστώθηκε και εδώ.Η στενή επαφή με τις Κυκλάδες εντοπίζεται και στην κεραμεική που περιλαμβάνει αρκετά χαρακτηριστικά όστρακα εισηγμένων κυκλαδικών αγγείων της εποχής. Ιδιαίτερη σημασία λόγω της πρωιμότητάς τους έχουν τα ΠΜ Ι-ΙΙ ευρήματα που σχετίζονται με μεταλλοτεχνικές δραστηριότητες. Σε κτήριο της ΥΜ ΙΑ περιόδου ιδιαίτερα σημαντική είναι η εύρεση ενός εργαστηρίου σφραγιδογλυφίας-μικροτεχνίας-κοσμηματοτεχνίας. Κατά τη Μετανακτορική περίοδο (ΥΜ ΙΙΙΑ-Β) συνεχίστηκε η μεταλλουργική δραστηριότητα στο χώρο.

Στην οδό Αγ. Λαύρας, στην ιδιοκτησία Αικ. και Ε. Μηλιαρά, εντοπίστηκαν κτίσματα οικισμού Μινωικής περιόδου, τα οποία στέγαζαν κυρίως οικιακές και εργαστηριακές δραστηριότητες (ΠΜ ΙΙ-ΜΜ ΙΑ, ΜΜ ΙΙΒ-ΜΜ ΙΙΙ, ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ ΙΑ, ΥΜ ΙΒ- ΥΜ ΙΙ, ΥΜ ΙΙΙΑ2-Β).

Στην οδό Βιτσίου εντοπίστηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα της ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ ΙΑ, ΥΜ ΙΙΙΑ2 και ΥΜ ΙΙΙΒ.

Στην οδό Νίδας 16-18 εντοπίστηκε ασύμμετρο σπηλαιώδες όρυγμα-φυσική κοιλότητα (διαστάσεις: 4μ. Χ 3.50μ.), η οποία χρησιμοποιήθηκε ως αποθέτης απορριμμάτων κατά τη Νεοανακτορική περίοδο (ΜΜ ΙΙΙ/ΙΙΙΒ-ΥΜ ΙΑ. ΜΜ ΙΒ-ΙΙ).

Το 1994, η Ν. Δημοπούλου αποκάλυψε 2 σπηλαιώδεις λαξευτούς τάφους ΜΜ ΙΙΙ - ΥΜ Ι περιόδου, 1 ακόμη τάφο στην οδό Ποσειδώνος (ΜΜ ΙΙΙ - ΥΜ ΙΑ-Β) και 1 στη λεωφόρο Ικάρου ( ΜΜ ΙΙ-ΥΜ ΙΒ) περιόδου.

Τέλος, το 1999, στην οδό Ποσειδώνος και στη Λεωφόρο Ικάρου βρέθηκαν άλλοι δύο σπηλαιώδεις τάφοι της ίδιας περιόδου, με προθάλαμο και δύο κύριους θαλάμους. Και οι δύο ήταν συλημένοι.

Βιβλιογραφία Αρχαιολογικής Θέσης
1.ΧΕΤΖΟΓΙΑΝΝΑΚΗ Ν., Τοπογραφία ταφικών θέσεων σε σχέση με τους οικισμούς της Εποχής του Χαλκού στην Κρήτη, Ρέθυμνο, 2002
2.DRIESSEN J., MACDONALD C.F., The troubled island. Minoan Crete before and after the Santorini Eruption, Liège, Austin, Université de Liège, 1997
3.ΛΕΜΠΕΣΗ Α., "Ανασκαφή σπηλαιώδους τάφου εις Πόρον Ηρακλείου", ΠΑΕ, 1967 (1967), 195-209
4.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΑΚΗ Ν., "Αρχαιότητες και μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης", ΑΔ Χρονικά, 40 (1987), 528-529
5.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΑΚΗ Ν., "Πόρος Ηρακλείου", Κρητική Εστία, 1988 (1988), 325-327
6.Blackman D. J., "Archaeology in Greece", AR, (1999-2000), 139-140
7.ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ Ι. Α., "Αρχαιότητες και Μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης", ΑΔ Β3 Χρονικά, 20 (1965), 564
8.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΑΚΗ Ν., "Ανασκαφικές εργασίες, Νομός Ηρακλείου", ΑΔ Β2 Χρονικά, 48 (1993), 450-453
9.FRASER P. M., "Archaeology in Greece, 1968-9", AR, (1968-69), 35
10.ΜΠΑΝΟΥ Ε., "Νομός Ηρακλείου, Πόρος", ΑΔ Β2 Χρονικά, 51 (1996), 630-633
11.DAUX G., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1967", BCH, 92 (1968), 998-999
12.MICHAUD J. P., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1968 et 1969", BCH, 94 (1970), 1146
13.ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΤ., "Αρχαιότητες και Μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης", ΑΔ Β2 Χρονικά, 27 (1972), 620-621
14.TOUCHAIS G., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1980", BCH, 105 (1981), 869
15.TOUCHAIS G., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1986", BCH, 111 (1987), 574
16.PARIENTE A., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1992", BCH, 117 (1993), 892
17.TOUCHAIS G., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1996 et 1997", μετ. 2-86958-151-3, BCH, 122 II (1998), 958
18.TOUCHAIS G., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1998", BCH, 123 II (1999), 821
19.TOUCHAIS G., HUBER S., PHILIPPA-TOUCHAIS A., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 1999", BCH, 124 II (2000), 994
20.TOUCHAIS G., HUBER S., PHILIPPA-TOUCHAIS A., "Chronique des fouilles et découvertes archéologiques en Grèce en 2000", μετ. 2-86958-143-2, BCH, 125 II (2001), 1031
21.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Ν., "Ανασκαφικές εργασίες, Πόρος Ηρακλείου", ΑΔ Β2 Χρονικά, 49 (1993), 707-710
κοινωνια τησ πληροφοριας Greek flag Europe flag